Fara í innihald

νερό

Úr Wikiorðabók, frjálsu orðabókinni

Gríska


Grísk fallbeyging orðsins „νερό“
Eintala
(ενικός)
Fleirtala
(πληθυντικός)
Nefnifall (ονομαστική) νερό νερά
Eignarfall (γενική) νερού νερών
Þolfall (αιτιατική) νερό νερά
Ávarpsfall (κλητική) νερό νερά

Nafnorð

νερό (hvorugkyn)

[1] vatn
Framburður
IPA: [nɛˈɾɔ]
Afleiddar merkingar
νερόκοτα, νερόλακκος, νερομπογιά, νεροποντή, νεροτσουλήθρα, νερουλός, νερόφιδο, νεροχύτης
Tilvísun

Νερό er grein sem finna má á Wikipediu.
Λεξικό της κοινής νεοελληνικής „νερό
Greek Corpus „νερό