μάτι

Úr Wikiorðabók, frjálsu orðabókinni
Fara í flakk Fara í leit

Gríska


Grísk fallbeyging orðsins „μάτι“
Eintala
(ενικός)
Fleirtala
(πληθυντικός)
Nefnifall (ονομαστική) μάτι μάτια
Eignarfall (γενική) ματιού ματιών
Þolfall (αιτιατική) μάτι μάτια
Ávarpsfall (κλητική) μάτι μάτια

Nafnorð

μάτι (hvorugkyn)

[1] auga
Framburður
IPA: [ˈmati]
Samheiti
[1] οφθαλμός
Afleiddar merkingar
ματάκιας, ματιάζω, μάτιασμα
Tilvísun

Μάτι er grein sem finna má á Wikipediu.
Λεξικό της κοινής νεοελληνικής „μάτι
Greek Corpus „μάτι