Fara í innihald

ζώο

Úr Wikiorðabók, frjálsu orðabókinni

Gríska


Grísk fallbeyging orðsins „ζώο“
Eintala
(ενικός)
Fleirtala
(πληθυντικός)
Nefnifall (ονομαστική) ζώο ζώα
Eignarfall (γενική) ζώου ζώων
Þolfall (αιτιατική) ζώο ζώα
Ávarpsfall (κλητική) ζώο ζώα

Nafnorð

ζώο (hvorugkyn)

[1] dýr
Framburður
IPA: [ˈzɔ.ɔ]
Afleiddar merkingar
ζωογεωγραφία, ζωοκλέφτης, ζωολογία, ζωοτροφή, ζωόφιλος
Tilvísun

Ζώο er grein sem finna má á Wikipediu.
Λεξικό της κοινής νεοελληνικής „ζώο
Greek Corpus „ζώο