μετάφρασις
Útlit
Gríska (kaþahreuousa)
| Forngrísk fallbeyging orðsins „μετάφρασις“ | ||||||
| Eintala (ἑνικός) |
Fleirtala (πληθυντικός) | |||||
| Nefnifall (ὀνομαστική) | μετάφρασις | μεταφράσεις | ||||
| Eignarfall (γενική) | μεταφράσεως | μεταφράσεων | ||||
| Þágufall (δοτική) | μεταφράσει | μεταφράσεσι μεταφράσεσιν | ||||
| Þolfall (αἰτιατική) | μετάφρασιν | μεταφράσεις | ||||
| Ávarpsfall (κλητική) | μετάφρασι | μεταφράσεις | ||||
Nafnorð
μετάφρασις (kvenkyn)
- [1] sjá μετάφραση
- Framburður
- IPA: [mɛˈtafɾasis]