άρπα

Úr Wikiorðabók, frjálsu orðabókinni
Jump to navigation Jump to search

Gríska


Grísk fallbeyging orðsins „άρπα“
Eintala
(ενικός)
Fleirtala
(πληθυντικός)
Nefnifall (ονομαστική) άρπα άρπες
Eignarfall (γενική) άρπας αρπών
Þolfall (αιτιατική) άρπα άρπες
Ávarpsfall (κλητική) άρπα άρπες

Nafnorð

άρπα (kvenkyn)

[1] harpa
Framburður
IPA: [ˈaɾpa]
Afleiddar merkingar
αρπιστής
Tilvísun

Άρπα er grein sem finna má á Wikipediu.
Λεξικό της κοινής νεοελληνικής „άρπα
Greek Corpus „άρπα